Τετάρτη, Ιουνίου 27, 2007

Μετά το Λύκειο τι;;

«Κάτσε και σκέψου τι θες να κάνεις».
Ωραίο ακούγεται αλλά για blogakia σαν εμένα παίζει να είναι και το πιο ακατόρθωτο πράγμα στον κόσμο.
Όταν στεναχωριέμαι είναι σαν ένα γκρι σύννεφο να καλύπτει το μυαλό μου και το μόνο που θέλω να κάνω είναι να το ξεφορτωθώ.
Δεν ψάχνω λύσεις, προσπαθώ να βρω τρόπο να απωθήσω το πρόβλημα, να σταματήσω να το σκέφτομαι.
Και ναι, το ξέρω ότι δεν είναι αυτός ο τρόπος που ενδείκνυται όταν πρόκειται για αποφάσεις σημαντικές για τη ζωή μου αλλά ακόμα δεν έχω καταφέρει να τον αλλάξω.

Κάθομαι και κοιτάζω πίσω και βλέπω ότι σχεδόν όλα στη ζωή μου έγιναν κατά τύχη.
Οι δουλειές, η μια πίσω από την άλλη, έρχονταν μόνες τους. «Θέλεις να έρθεις να δουλέψεις εδώ;;»
Παλιοί καθηγητές, πελάτες από μεταφράσεις, παλιοί συνάδελφοι.
Δουλειές άσχετες μεταξύ τους, άσχετες και μ’αυτό που σπούδασα.
Κι εγώ όλο έλεγα «Ναι αμέ!!!» γιατί το καινούργιο ήταν πάντα πολύ ελκυστικό και γιατί προτιμούσα να δουλεύω με ανθρώπους που γνώριζα ήδη.

Μόνο αυτό που θα σπούδαζα είχα κάτσει να σκεφτώ αλλά κι αυτό λάθος μου βγήκε τελικά.
Η δουλειά του μεταφραστή απλά δεν μου πάει. Νιώθω ότι είναι πολύ μοναχική για τα γούστα μου.
Και το «τύποις» μεταπτυχιακό μου μοιάζει ατελές με μηδαμινό αντίκρισμα στην αγορά εργασίας.

Στο βιογραφικό μου πλέον επικρατεί το χάος και οι προοπτικές στη δουλειά που βρίσκομαι απελπιστικά περιορισμένες.

Και βρίσκομαι να θέτω στο εαυτό μου με 10 χρόνια καθυστέρηση το βαθυστόχαστο ερώτημα «Μετά το Λύκειο τι;»
Και που μυαλό να κάτσω να σκεφτώ;;;

Τελικά δεν είναι καλό να σου έρχονται όλα εύκολα.
Τώρα που πρέπει να αναλάβω πρωτοβουλίες και να το πάρω πάνω μου το θέμα, νιώθω εντελώς χαζεμένο!

Σιχτίρι καλοκαιριάτικα!
Θα σκεφτώ από Σεπτέμβρη!
Καλύτερα ε;;


buzz it!

Παρασκευή, Ιουνίου 22, 2007

Say Kuriakos!

Πριν από λίγο το αγαπημένο μου Pietagi αποβιβάστηκε σε λεωφορείο του ΚΤΕΛ Σαντορίνης και φρόντισε να με ενημερώσει…

Πέρσι τον Αύγουστο ήταν που λαχανιασμένες φτάσαμε στην στάση του ΚΤΕΛ. Ο οδηγός και ο εισπράκτορας μας κοίταζαν με μισό μάτι την ώρα που προσπαθούσαμε να φορτώσουμε τα μπαγκάζια μας στο λεωφορείο. «Κάνε πιο κει μαρή» πρέπει να μου είπε η Pieta και το μάτι τους γυάλισε! «Ελληνίδες είστε κορίτσια;; Βόηθα ρε χαμένε τα κορίτσια να βάλουν τα πράγματά τους!!».
Το θαύμα είχε τελεστεί! Δεν είχαμε υπόψη μας ότι οι οδηγοί ΚΤΕΛ της Σαντορίνης έχουν αδυναμία στις Ελληνίδες και απέχθεια στις τουρίστριες. Μας έβαλαν να κάτσουμε μπροστά μπροστά και μας έπιασαν το μπίρι μπίρι πριν ακόμα ξεκινήσουμε.
«Και που θα πάτε κορίτσια το βράδυ; Δε πάμε να πιούμε κανένα ποτάκι και να σας δείξουμε τις ομορφιές του νησιού μας;»


Το θέαμα δεν άφηνε περιθώριο για σκέψεις.
Μαυριδερό, τριχωτό πλάσμα, με χρυσή καδένα, γυαλί θανάτου, απλυσιά τριετίας τουλάχιστον και μαύρο νυχάκι στο μικρό δάχτυλο για τα δυσπρόσιτα μέρη.
«Δεν θα μείνουμε. Φεύγουμε στις 4 τα ξημερώματα.»
«Που θα πάτε ρε κορίτσια;»
«Ανάφη!»
«Τι πάτε να κάνετε ρε κοπελιές στις ερημιές;; Καθίστε εδώ που είμαστε ωραία να σας κυκλοφορήσουμε Μόνο ψαράδες έχει εκεί!»
«Γι’ αυτό πάμε!» του λέω κι εγώ και σταματά η συζήτηση εκεί.
Στο μεταξύ έχει ακούσει ένα 16χρονο τη συζήτηση και πετάγεται από το διπλανό κάθισμα και ρωτάει τον οδηγό.
«Υπάρχει δρομολόγιο του λεωφορείου για Ανάφη;; Είναι μακριά από τα Φυρά;;;»
« Νησί είναι…» της λέει με παγωμένο βλέμμα το Pietagi και η μικρή κοκκινίζει και γυρνάει στη φίλη της «Στο’ πα! Αμα ήταν παραλία θα την ξέραμε!!»

Στάση και επιβιβάζονται δυο Ιταλίδες τουριστριούλες γύρω στα 20. Δεν έχει χώρο να κάτσουν και κάθονται η μία πάνω στην άλλη στη θέση του εισπράκτορα. Τα κορίτσια πήγαιναν για μπάνιο και φορούσαν τα απολύτως απαραίτητα. Κάθομαι ακριβώς πίσω από τον οδηγό και παρακολουθώ από τον καθρέφτη το βλέμμα του να εστιάζει στο μπούτι της ξανθιάς και να μην δίνει σημασία στον στριφογυριστό δρόμο.
Μου βλέπει που τον κοιτάω, μου κλείνει το μάτι και μου λέει: «Κάτσε τώρα να γελάσουμε! Θα τις δουλέψουμε λίγο τις χαμένες!»
«Εγώ γελάω ήδη!» του λέω και στρώνομαι να παρακολουθήσω.
«Γουατ ιζ γιορ νέημ?» λέει στην ξανθιά.
Αυτή του χαμογελάει και του λέει με όλο το νάζι της οικουμένης «Frantzeska!»
«Ααααα! Φραντζέσκα! Ωραίο όνομα!»
«Μάι νέημ ιζ Κυριάκος!»
«Kirikos?» προσπαθεί να επαναλάβει αυτή.
«ΚυριΑΚΟΣ»
«Kiakos?»
«ΚΥΡΙΑΚΟΣ» επιμένει ο οδηγός και έχει αρχίσει να φορτώνει που η Ιταλίδα δεν καταφέρνει να πει το δοξασμένο του όνομα.
Η Ιταλίδα έχει αρχίσει να κουράζεται γιατί σιγά μη την ένοιαζε πως τον λεν τον οδηγό και έχει γυρίσει από την άλλη και μιλάει με τη φιλενάδα της.
Ο οδηγός τα παίρνει και της λέει «ΣΕΗ ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΜΩΡΗ!!!»
Η καημένη γυρνάει και τον κοιτάει παραξενεμένη κι αμέσως μετά εμένα που έχω λιώσει στα γέλια και της λέω φωναχτά:

«ΣΕΗ ΣΤ’Α-ΡΧΙ-ΔΙΑ- ΜΑΣ»

Οι σκηνές που επακολούθησαν ήταν απείρου κάλλους. Η Ιταλίδα (δεν μπορούσε που δεν μπορούσε να πει Κυριάκος, σιγά μην κατάφερνε να πει τίποτε άλλο) γύρισε από την άλλη φανερά εκνευρισμένη γιατί νόμιζε ότι την κοροϊδεύω κι εγώ. Ο οδηγός με κοίταξε με γουρλωμένα μάτια μέσα από τον καθρέφτη και είπε «Δεν το πιστεύω! Εσύ το’πες αυτό;; Για καλό σ’ έβαλα από πίσω μου;;», η Pieta προσπαθούσε να μη λιποθυμήσει από τα γέλια και μουρμούριζε«Δεν το γλιτώνουμε το ξύλο κι εδώ!» και οι μισοί επιβάτες του ΚΤΕΛ ρωτούσαν τους άλλους μισούς τι έγινε και γελάνε τόσο πολύ.

Ο Κυριάκος δεν μας ξαναείπε να πάμε για ποτό. Ούτε μας βοήθησε να βγάλουμε τις βαλίτσες μας!

buzz it!

Η επιστροφή του Ασώτου...

my pimped pic!

Ένας απ’ όλους συνήθως λέει «Θα είμαστε βέβαια μόνο bloggers αλλά αν θες έλα κι εσύ!» και μετά κοιτάζονται μεταξύ τους και σκάνε στα γέλια!
«Αυτό είναι κακίίίία» τσιρίζω εγώ και μετά λουφάζω και τους βλέπω να με κοιτάζουν με βλέμμα πονηρό τύπου «Ποιος σου’πε να το κλείσεις; Πάρ’τα τώρα!».
Ωραία!
Μου λείπει!
Το παραδέχομαι!

Μου τη δίνουν τα μπρος πίσω. Θα προτιμούσα η απόφασή μου να είναι οριστική αλλά εδώ μιλάμε για το blogaki, μην ξεχνιόμαστε!
Ξεκουράστηκα λοιπόν, έκανα την αποτοξίνωσή μου και επέστρεψα.

Λοιπόν, εσείς ρεμάλια που κοροϊδεύετε τόσο καιρό φυλαχτείτε!
Εσείς οι υπόλοιποι: Καλώς σας βρήκα! Πάλι!

buzz it!

Τετάρτη, Ιουνίου 06, 2007



Ευχαριστώ για όλα!

Θα τριγυρνώ στα λημέρια σας!

buzz it!

Τρίτη, Μαΐου 29, 2007

Brother in arms

Χθες το πρωί με ξύπνησαν φωνές από το διπλανό διαμέρισμα.
Στριγκλιές, πανικός αλλά για κάποιο λόγο δεν ταράχτηκα γιατί ενδιαμέσως των κραυγών άκουγα πνιχτά γέλια.
Το σκηνικό γνωστό. Δυο αδέρφια παίζουν ξύλο.

Με τον αδερφό μου με χωρίζουν μόλις 17 μήνες. Όταν γεννήθηκα σταμάτησε να τρώει και έκτοτε του έμεινε κουσούρι κι είναι σαν οδοντογλυφίδα.
Στην πορεία ξεπέρασε την φυσιολογική του ζήλια και μ’ αγάπησε πολύ. Με φρόντιζε (δηλαδή αποφάσιζε να μου αλλάξει πάνα κι απλά με έγδυνε και με γέμιζε ταλκ από πάνω μέχρι κάτω μέχρι να μοιάσω με κουραμπιεδάκι), με κοίμιζε (δηλαδή μου έβαζε το μαξιλάρι στο κεφάλι μέχρι να σκάσω) και έπαιζε μαζί μου (δηλαδή μου έκρυβε τις κούκλες και μ’εβαζε να παιζουμε κατς και να πέφτει ο ένας πάνω στον άλλο μέχρι να αποκτήσουμε βαριές κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις). Μια φορά μάλιστα μου έσωσε και τη ζωή καθώς άρχισε να ουρλιάζει και να με τραβάει από τα μαλλιά όταν εγώ λιποθύμησα μέσα στη μπανιέρα επειδή ήθελα να δω πόσο μπορώ να κρατήσω την αναπνοή μου (όχι και πολύ απ’ό,τι καταλαβαίνω!). Υποθέτω ότι στην συνέχεια το μετάνιωσε γιατί λίγο καιρό μετά η μαμά μου με βρήκε σκαρφαλωμένη στο παράθυρο έτοιμη να κάνω το απονενοημένο και τον αδερφό από κάτω να μου λέει «Πήδα ντε!».

Ήμασταν όμως δεμένα πολύ σαν αδερφάκια. Και τις βλακείες μαζί τις κάναμε και τις τιμωρίες μαζί τις τρώγαμε.
Όσο ο αδερφός μου ήταν μικρός, είχα το βαρύ καθήκον, αν και μικρότερη, να τον προσέχω (που λένε ότι τα κορίτσια είναι πιο ώριμα; Ε! αυτό!).
Έτσι, όταν εγώ τέλειωνα από το νηπιαγωγείο πήγαινα στην τάξη του αδερφού μου και περίμενα να τελειώσει το μάθημα για να του θυμίσω να μαζέψει τα πράγματά του και να πάρω και το μπουφάν του που θα το ξεχνούσε κρεμασμένο για πάντα. Και επειδή ήμουν και τσαούσα όταν ήμανε μικρό, κάθε φορά που ο αδερφούλης μου έμπλεκε σε καυγάδες, επειδή φορούσε γυαλιά και ήτανε φλωράκος, έριχνα κανα δυο μπούφλες και καθάριζα.
Όλα αυτά μέχρι την έκτη δημοτικού…. Όταν σε έναν από τους γνωστούς καυγάδες όπου ο αδερφός μου πάλι τις έτρωγε, του σπάσαν τα γυαλιά! Και τότε κατέβασε το κεφάλι κι όρμησε σαν το τραγί κατά των διωκτών του. Και για πρώτη φορά επικράτησε.
Κι από τότε λες και μπήκε ο δαίμονας μέσα του!!
Η συμπεριφορά του άλλαξε άρδην. Από το καλό παιδί της μαμάς (μα πολύ μαμάκιας ρε παιδί μου) έγινε τραμπούκος κανονικός. Και να τα μαλλιά, και να τα κολλητά παντελόνια και οι μπλούζες με τα συγκροτήματα, και να οι αλυσίδες που θα ζήλευαν πολλά κάτεργα κι από πίσω εγώ, να ακολουθώ τα βήματά του κι από κοριτσάκι τόσο δα να γίνομαι το καφράκι που ακούει Metal και χτυπιέται σαν το κομπρεσέρ και περπατά σαν νταλικέρης και σέρνει και τις Βέρμαχτ γιατί σιγά μην μπορούσα να τις σηκώσω κιόλας.
Και μετά περάσαμε και την εφηβεία του, όπου όπως κάθε φυσιολογικός νέος αποφάσιζε κάθε τρεις και λίγο ότι δεν αντέχει την καταπίεση κι έπαιρνε τους δρόμους κι έτρεχα εγώ με τους γονείς μου μες τη μαύρη νύχτα να τον ξετρυπώσουμε από τις ταράτσες των φίλων του όπου άραζε ή από τις πλατείες και τα πάρκα όπου κρυβόταν. Μετά του πήραν ηλεκτρική κιθάρα κι αποφάσισε να μην ξαναεγκαταλείψει την πατρική εστία γιατί ο ενισχυτής είναι βαρύς και που να τον κουβαλάς. Άσε που είχε αρχίζει να ξυπνάει μέσα του το αντράκι και δεν άφηνε φίλη για φίλη που έφερνα σπίτι.

Απ’ όλα είχαμε, παράπονο κανένα!
Αυτό που μου άρεσε πιο πολύ ήταν ότι είχα παρέα. Παρέα για παιχνίδι, για κουβέντα, για καβγά, για ξύλο. Πολύ ξύλο έχω φάει. Μέχρι πριν από λίγο χρόνια έσκυβα το κεφάλι κάθε φορά που σήκωνε κάποιος το χέρι του δίπλα μου μη τυχόν και φάω καμιά ανάστροφη. Αλλά δεν με πειράζει. Δεν θα το άλλαζα.
Αναγκαστικά άρχισα να καταλαβαίνω καλύτερα και τα αγόρια.
Το εφηβικό μας δωμάτιο ήταν πάντοτε γεμάτο με συμμαθητές του και γινόταν κόλαση.
Έμαθα τι θεωρούν αστείο, ποια είναι τα όρια της καφρίλας, γιατί δεν πλένονται ποτέ, γιατί κάνουν διαγωνισμό ρεψίματος και άλλων τέτοιων διασκεδαστικών και πότε πρέπει να παραμένω σιωπηλή και απλά να απολαμβάνω το θέαμα ή να φεύγω τρέχοντας μην έχουμε απώλειες.

Μου λείπει τόσο πολύ μερικές φορές. Τον έχει φάει η γκρίνια του και δεν έχει καθόλου πλάκα.

Καλημέρα και καλή εβδομάδα σε όλους!

buzz it!