Δευτέρα, Νοεμβρίου 19, 2007

Ξέρω τι έκανες την προηγούμενη εβδομάδα!





Όλες οι Δευτέρες ίδιες κι απαράλλαχτες.
Τα ξυπνητήρια χτυπάνε ανελέητα. Μια το δικό μου, μια το δικό του. Το κλείνω βιαστικά και μένω ακίνητη. Προσπαθώ να αφουγκραστώ αν κάνει κίνηση να σηκωθεί. Μπα! Άλλαξε πλευρό. Μάλλον πρέπει να σηκωθώ. Ή μήπως να χουζουρέψω άλλα 5 λεπτάκια;;
Αυτό το σκηνικό συνεχίζεται για περίπου 30 λεπτά.
Και μετά κάποιος από τους δύο σαλεύει, συνήθως εκείνος ευτυχώς, και ετοιμάζει τα καφεδάκια.
Και ξεκινάει η καινούργια εβδομάδα...
Που είναι ίδια με την προηγούμενη. Που είναι όλως τυχαίως ολόιδια και με την προ-προηγούμενη. Και που κατά πάσα πιθανότητα θα μοιάζει και με την επόμενη.
Δευτέρα και Τετάρτη για 1,5 ώρα θα προσπαθώ να πείσω τον Νικολάκη να μην με κοιτάει με γουρλωμένα μάτια όταν του μιλάω αγγλικά, να μάθει επιτέλους τη διαφορά του when από το where και ότι το κρεβάτι μας το «make» όχι το «wake»!
Τρίτη και Πέμπτη θα κοιτάζω εγώ με την σειρά μου την καθηγήτρια των Γερμανικών με γουρλωμένα μάτια όταν αρχίσει να μιλάει για την αιτιατική και την δοτική και θα αναστενάξω όταν τελειώσει το μάθημα και δω ότι έχω 5 σελίδες νέες λέξεις που πρέπει να μάθω.
Τα πρωινά στη δουλειά θα περάσουν ανέμελα. Με την Ε. να μιλάει ακατάπαυστα είτε σε μένα είτε στο δύσμοιρο το τηλέφωνο που μερικές φορές νομίζω ότι τ’ ακούω ν’ αγκομαχάει υπό το βάρος τόσου κουτσομπολιού. Ο Δ. θα γκρινιάζει ασταμάτητα γιατί πήρε 3,2 ευρώ λιγότερα στην αύξηση που του είχαν υποσχεθεί και θα μας απειλεί ότι τον ζητάνε κι από αλλού (Που ρε παιδιά;; Να δώσω κι εγώ το κατιτίς μου να τον πάρετε να ησυχάσουμε!). Ο Β. θα πλακώσει κάποιον άμοιρο τεχνικό στο ξύλο επειδή τον κοίταξε στραβά, η Ξ. θα ετοιμάζει την επόμενη άδειά της κι εγώ θα κάθομαι στη γωνίτσα μου ήσυχη ήσυχη γιατί καμία όρεξη δεν έχω ν’ασχοληθώ με κανέναν τους. Κι όταν θα έρχεται το αφεντικό θα λουφάζουμε όλοι γιατί δεν θα ξέρουμε τι όνειρο είδε χθες το βράδυ κι αν αγαπάει όλο τον κόσμο ή μας θεωρεί όλους αποτυχημένα κατακάθια της κενωνίας.
Τα βράδια θα γυρνώ στο σπίτι να δω και την μητέρα, να δω και πως πηγαίνουν οι δουλειές κι αν επιτέλους έβαλαν τα καλοριφέρ στο καινούργιο μου σπιτάκι. Το βράδυ της Τρίτης θα δω Λαζόπουλο. Τις υπόλοιπες μέρες θα κάτσω στο δωμάτιό μου να διαβάσω.
Και το ΠΣΚ θα το αφιερώσω σ’ εκείνον. Θα κάτσουμε σπίτι να δούμε ταινίες, να μαγειρέψουμε πίτσες από το Pizza Hut, θα μιλήσουμε, θα κάνουμε αγαπούλες, ίσως και βόλτες με τ’ άλλα παιδιά.
Το βράδυ της Κυριακής μπορεί να πάμε σινεμά, ή να διαβάσουμε Γερμανικά. (Το σεξ δεν το αναφέρω, γιατί μας διαβάζουν και μικρά παιδιά).
Και τη Δευτέρα το πρωί θα χτυπήσουν τα ξυπνητήρια…

Είναι ήσυχη η ζωή μου τον τελευταίο καιρό. Ευχάριστη, γαλήνια, χωρίς προβλήματα (πέραν του εργασιακού δηλαδή αλλά σιγά το πρόβλημα στην τελική τελική!)
Αλλά και τόσο μα τόσο προβλέψιμη.
Ακούμε κουτσομπολιό και εκστασιαζόμαστε! Γουαου! Κάτι γίνεται!! Έστω και στις ζωές των άλλων!
Στη δική μου πάλι τίποτα.
Περιμένω, περιμένω. Περιμένω το ρημάδι το τηλέφωνο να χτυπήσει και να μου πουν «Δεσποινίς blogaki! Προσλαμβάνεστε!»
Να γυρίσω σπίτι μου και να μου πουν : «Φέρε τις φιλενάδες σου να σε βοηθήσουν να καθαρίσετε! Το σπίτι είναι έτοιμο. Μετακομίζεις».

Άντε να’ ρθει εκείνη η ρημάδα η στιγμή που πάλι κάτι θ’ αλλάξει!

buzz it!

Δευτέρα, Οκτωβρίου 08, 2007

Η φυλή των ανθρώπων.

Τι διαφορά έχει αυτό από αυτό ;;;;

Το πρώτο το θεωρούμε πρωτόγονο, άγριο.
Το δεύτερο δείγμα προβληματικής παιδικής ηλικίας, κατάχρησης ψυχοτρόπων ουσιών ή απλώς σημάδι κακογουστιάς.
Στην ουσία και τα δύο έχουν μια συμβολική διάσταση, είναι μέρος ενός τελετουργικού που κάνει τον φέροντα τα καρφιά και τις πινέζες μέλος μιας ομάδας, κοινωνό ενός τρόπου ζωής αλλά και δείγμα ότι ο άνθρωπος είχε πάντοτε την ανάγκη να ανήκει σε κάποιο μικρότερο ή μεγαλύτερο σύνολο και να θέλει να ξεχωρίζει.

Βλέπαμε χτες το ντοκιμαντέρ « Η Οδύσσεια μιας Φυλής» στο ΣΚΑΪ, κατά το οποίο οι γενναίοι παραγωγοί και κινηματογραφιστές επισκέφθηκαν και έζησαν για λίγο καιρό μαζί με μια απομονωμένη φυλή σ’ ένα νησί της Ινδονησίας. Και λέω γενναίοι γιατί η εν λόγω φυλή παρουσίαζε μια ελαφρά τάση στην ανθρωποφαγία.
Πιο συγκεκριμένα, δεν είναι ότι τα παιδιά το ήθελαν και το έκαναν αλλά σύμφωνα με τα λεγόμενά τους « Ή θα τρώγαμε εμείς τον μάγο ή θα μας έτρωγε αυτός». Λογικό δε λέω αν και ολίγον τι μακάβριο. (Ευτυχώς που δεν έβρισκαν ιδιαίτερα νόστιμο το ανθρώπινο κρέας γιατί θα σου’ λεγα εγώ μετά. )

Κι εκεί που βλέπαμε τα παιδιά με τα σουράβλια στις μύτες και τα πα**ρια χύμα να πηγαινοέρχονται ανέμελα μέσα στο πυκνό δάσος, άρχισα να συνειδητοποιώ το εξής πολύ απλό:
«Α ρε άτιμε Δαρβίνε!!» (Κάτι που επίσης φώναζε μέσα στ’ αυτί μου και ο καλός μου ο οποίος ή που είναι η μετενσάρκωση του Δαρβίνου ή που παίρνει ποσοστά από την «Εξέλιξη των Ειδών» κι έχει βαλθεί να μου την μάθει απ’ έξω.)

Πόσο εύκολα μπορούμε να διαπιστώσουμε τις ρίζες της σημερινής κοινωνίας σ’ αυτές τις φυλές;
Οι ομοιότητες είναι ολοφάνερες. Οκ δεν έχουν κινητό, δεν έχουν mp3, δεν έχουν καν ρούχα (ένα κορδόνι φορούσαν όλο κι όλο γύρω από τη μέση τους) αλλά στη βάση τους όλα τα ένστικτα και οι συμπεριφορές είναι ίδιες ή παρόμοιες.

Σου λέει «Ο άντρας της Απουχέλ αργοπεθαίνει χωρίς λόγο». (λόγος θα ήταν να τον φάει το αγριογούρουνο, να τον σκοτώσει κάποιος από τη διπλανή φυλή, να πεθάνει από την πείνα).
Άρα, σου λέει ο πονηρός ο Σαμάνος, κάποιος προσπαθεί να τον σκοτώσει! (Ώπα, εδώ αποκτάει ενδιαφέρον)
Τον πιάνουνε λοιπόν τον ετοιμοθάνατο και τον μαστουρώνουνε λιγάκι και όλο τον ρωτάνε «Ποιος σε σκοτώνει;». Πεπεισμένος και ο, σε λιγάκι μακαρίτης, ότι κάποιος του την έφερε, σκέφτεται «Ποιος με κοίταξε στραβά τώρα τελευταία;», λέει όποιο όνομα του κατέβει στο κεφάλι εκείνη τη στιγμή και πεθαίνει.
Να σημειώσω εδώ δεν θα ήθελα σε καμία περίπτωση να ειπωθεί το δικό μου το όνομα, γιατί αυτομάτως θα γινόμουν «μάγος» και με κυνηγούσαν μέχρι να με σκοτώσουν και μετά να με φάνε κιόλας.
Για να μην μακρηγορώ, ο ένας τρώει τον άλλον μέχρι να μη μείνει κανένας ή να πληρώσουν τα «ασφάλιστρα» για τον νεκρό σε κοχύλια, δόντια σκύλου και γουρούνια.
Θα μου πείτε τώρα, στην σημερινή κοινωνία τρώμε κάποιον επειδή κάποιος συγγενής μας είπε τ’ όνομά του λίγο πριν ξεψυχήσει;
Όχι! Αλλά δεν είναι εκεί το θέμα.

Το θέμα είναι η στάση που κρατάμε απέναντι στο μυστήριο του Θανάτου, στο Άγνωστο άλλα και σε θέματα όπως το Κακό, η Μαγεία, ο Θεός.
Οι άνθρωποι αυτοί δεν μπορούσαν να εξηγήσουν γιατί κάποιος πέθαινε και το έριχναν στο Μάγο. Στον Χριστιανοκρατούμενο σύγχρονο κόσμο, τα δεινά μας είναι Θέλημα Θεού και Δάκτυλος του Σατανά ανάλογα με την περίσταση.
Οι πρωτόγονοι πήγαιναν στο Σαμάνο να τους ρίξει τα κόκαλα και να τους πει ποιος τους έχει καταραστεί και δεν βρέχει. Εμείς εδώ διαφημίζουμε την κυρία Ευαγγελία- μέντιουμ και ερμηνεύτρια ταρώ ενώ άλλες τρέχουν στις Μάγισσες για να δέσουν τον άντρα που’ χουν βάλει στο μάτι ή για να λύσουν τα ξόρκια της κακιάς πεθεράς τους.
Οι απομονωμένοι κάτοικοι της ζούγκλας, όταν δεν έβρεχε ή δεν έπιαναν θηράματα οι παγίδες τους, έσφαζαν ζώα και τα προσέφεραν θυσία στους Θεούς. Εμείς από την άλλη, φτιάχνουμε Φανουρόπιτες για να βρούμε που σκατά αφήσαμε τα κλειδιά μας, αφήνουμε διαμαντένια κολιέ στην εικόνα της Μεγαλόχαρης για να περάσει το παιδί μας στο Πανεπιστήμιο και κάνουμε τρισάγια να βρέξει στους αγρούς και να πάνε καλά οι δουλειές στο μαγαζί.

Ιδέα μου είναι ή μερικά πράγματα δεν αλλάζουν ποτέ;;

Απόγονοι τέτοιων φυλών είμαστε όλοι μας κι αυτές οι πληροφορίες είναι βαθιά χαραγμένες στο γενετικό μας υλικό.
Κι αν θέλετε να μάθετε από ποια φυλή προέρχεστε επισκεφθείτε αυτό το site .
Κι αν πάλι θέλετε να προχωρήσετε ένα βήμα παρακάτω επισκεφθείτε
αυτό το site και ρίξτε μια ματιά κι εδώ μήπως και βγάλουμε τα κόκαλα από τα μαλλιά μας και αφήσουμε επιτέλους τις δεισιδαιμονίες στην άκρη και γίνουμε λίγο πιο πολιτισμένοι άνθρωποι.



buzz it!

Τρίτη, Οκτωβρίου 02, 2007

Δευτέρα, Σεπτεμβρίου 24, 2007

Hey! Teacher!!

«Γιατί παιδί μου δεν κάθεσαι να τελειώσεις τα μαθήματά σου;;», ούρλιαζε κάθε τρεις και λίγο η μητέρα.
«Μισό! Δεν βρίσκω το τυχερό μου μολύβι!», απαντούσε με υφάκι η μικρή και μόλις γύρναγε η μαμά της την πλάτη, έβγαζε και περιπαιχτικά τη γλώσσα.
«Θα το σκοτώσω αυτό το παιδί! Αν το’ χα πάρει χαμπάρι θα το είχα ρίξει αλλά βλέπεις μέχρι τον πέμπτο μήνα είχα περίοδο κανονικά! Και να’μαι τώρα στα 57 να’χω 10 χρονών παιδί! Ας ασχοληθεί ο πατέρας του! Εγώ πάω για ψώνια!»

Και περνούσε ο καιρός και η μικρή κάθε μέρα πήγαινε αδιάβαστη στο σχολείο. Εγώ ήμουν τότε κολλητή της αδερφής της, κάθε μέρα σπίτι τους.
Μια μέρα την βλέπω πάλι να ζωγραφίζει λουλουδάκια στο βιβλίο της ιστορίας της 6ης δημοτικού (όχι! τότε δεν είχε γίνει ο κακός χαμός).
«Έχεις διαβάσει;»
«Περίπου!», μου λέει.
Και την βάζω κάτω. Και μαθαίνει το μάθημα νεράκι κι είναι και μες την τρελή χαρά γιατί είχα κέφια και της έκανα και αστειάκια.

Και προσλαμβάνομαι. Τότε (το ’96-‘97), 60 χιλιάδες την εβδομάδα για να πηγαίνω κάθε μέρα μετά το δικό μου σχολείο και να την διαβάζω. Όταν μου είπε ο μπαμπάς της το μισθό, κιτρίνισα. Αυτός νόμιζε ότι ήθελα παραπάνω και με ρώτησε «Λίγα είναι;» Όταν μπόρεσα να μιλήσω, του είπα ότι είναι μια χαρά. Νομίζω ότι του φίλησα και το χέρι από τη συγκίνηση. Μπορεί και όχι, αλλά θυμάμαι ότι ήθελα να το κάνω.

Το ότι είχαν λεφτά το ήξερα. Σπιταρόνα με θέα Ακρόπολη που νόμιζες ότι θα κάνεις τσουπ και θα βρεθείς επάνω,αγκαλιά με τις Καρυάτιδες. Οικιακή βοηθό, κατά τα λεγόμενά τους «δούλα», που έμενε μόνιμα στο σπίτι. Μάνα πρώην Χίπισσα με τρυπημένα αυτιά και μύτη και με (τότε) νεοαποκτηθέν τατουάζ σε σχήμα σκαντζόχοιρου, και με κόκκινη κόμη (επίσης σε στυλ σκαντζόχοιρου) που στολιζόταν όμως, για να σπάει η μονοτονία, με κάτι μπλε ανταύγειες. Ο μπαμπάς άφαντος, είτε στην οικογενειακή επιχείρηση με τα τουριστικά είδη (όχι σφηνοπότηρα και τσαρούχια αλλά χρυσά κοσμήματα και γούνες, εξού και τα φράγκα) είτε στο Καζίνο Λουτρακίου. Ο αδερφός επίσης χωμένος στα έγκατα του σπιτιού, ο οποίος κρυβόταν κάθε φορά που χτυπούσε κουδούνι γιατί είχε αποφασίσει ότι είναι αντιρρησίας συνείδησης και είχε ένα μικρό φόβο ότι η Ελληνική Αστυνομία θα καταλάβει ότι δεν σπουδάζει περιβαλλοντολογία στην Αγγλία και θα τον μπουζουριάσει. Η κολλητή για τα σίδερα. Η γιαγιά μισότρελη και κουφή και αθυρόστομη, όπως και όλοι μέσα σ’αυτό το σπίτι.

Και μου’μεινε αμανάτι η μικρή…
Στην αρχή όλα καλά! Γλυκάθηκα από τα λεφτάκια και λέω «Θα το κάνω το παιδί Αστέρι!»
Πιο πιθανό θα ήταν έπαιρνα Νόμπελ Φυσικής παρά να κάτσω να διδάξω το μωρό της Ρόζμαρυ.
Στην αρχή όλα καλά. Με συμπαθούσε αρκετά η μικρή. Μετά από λίγες μέρες άρχισαν τα δύσκολα..
«Γιατί ρε παιδί μου δεν κάθεσαι να διαβάσεις;; Τι θα κάνεις όταν μεγαλώσεις που δεν θα ξέρεις πού σου πηγαίνουν τα τέσσερα;»
«Ξέρεις πόσα λεφτά έχω εγώ;; Δεν χρειάζεται να μάθω τίποτα! Στο μαγαζί θα δουλεύω όταν τελειώσω το σχολείο και θα βγάζω περισσότερα από σένα κι όλο σου το σόι !!!» πετάει τη γλωσσάρα η μικρή.
«Ναι αλλά θα μείνεις στόκος και θα σε κοροϊδεύουν όλοι με τις κοτσάνες που θα πετάς!!» (Ναι το ξέρω, η παιδαγωγική μου μέθοδος δεν σας γεμίζει το μάτι, αλλά πιστέψτε με, τα είχα δοκιμάσει όλα!).
«Δε με νοιάζει! Θα έχω φίλους επειδή έχω λεφτά!».
Δεν θυμάμαι αν ήταν ακριβώς αυτή η διατύπωσή της αλλά το ζουμί αυτό ήταν.
Κι όταν πήγα και τα είπα στη μάνα της μου είπε απλά «Αχ πολύ έξυπνο μου βγήκε αυτό το παιδί! Το’ χει πιάσει το νόημα!»

Ευτυχώς οι δικές μου υποχρεώσεις με ανάγκασαν να σταματήσω τα μαθήματα.
Γιατί τώρα θα μου φέρνατε τσιγάρα στη φυλακή...

Το μάθημα όμως δεν το’μαθα…
Σήμερα ξεκινάω ιδιαίτερα αγγλικά σ’ ένα αγοράκι..
Ας ελπίσουμε ότι δεν είναι κι αυτό δαιμονισμένο!

Wish me luck!!!

buzz it!

Τετάρτη, Σεπτεμβρίου 19, 2007

Μια απ'τα ίδια!


Γκντουπ! Αυτό ήταν το κεφάλι μου στον τοίχο.
Αυτή τη στιγμή αντί να γράφω ποστ θα έπρεπε να έχω χωθεί ως τα μπούνια στο internet και να ψάχνω για δουλειά.
Έχω σιχαθεί τη δουλειά μου, τους συναδέλφους και το αφεντικό μου.
Και γι’ αυτό το λόγο μεμψιμοιρώ ακατάπαυστα. Και κουράζω τους γύρω μου. Και αποφασίζω να μην ξαναμιλήσω για το θέμα. Κι έρχομαι και μπουκώνω και κοιτάω το κενό σα το ζαβό. Και στεναχωρώ τους γύρω μου. Κι όταν με ρωτάνε «τι έχεις και δε μας λες» πάλι για το ίδιο θέμα μιλάω. Και πάλι. Και πάλι.

«Και τι κάνεις γι’αυτό μαντάμ;»
«Πολύ καλή η ερώτησή σας! Ευχαριστώ που μου τη θέσατε! Ο Προϋπολογισμός που λέτε…»
Σαν το Γιωργάκη ένα πράγμα. Άλλα ντ’άλλα κουτρουβάλα.

Γιατί το δικό μου το πρόβλημα ως γνωστόν είναι ότι στα δύσκολα μπλοκάρω.
Αυτό το «κάτσε σκέψου εσύ τι θες» εμένα με αποδιοργανώνει.
Δεν είναι πολύ περίεργο;;
Η μάνα μου φταίει. Δεν μπορεί. Όλοι οι ψυχαναλυτές θα με δικαιώσουν!
Εκτός αν είναι γονιδιακό το θέμα. Τότε φταίει ο πατέρας μου. Σίγουρα!

Ο μόνος που δεν φταίει είναι ο καλός μου. (μπλιαχ ακούγεται αυτό το «καλός μου» αλλά πως να το πω;)
Αλλά αυτός τα τραβάει όλα, θέλει δε θέλει.
Μια χαρά χαρούμενο blogaki με είχε γνωρίσει και τώρα, κάθε τρεις και λίγο, με βλέπει να βαρυγκωμάω και να βαριαναστενάζω.
Και τρέχει να μοιράζει από δω κι από κει βιογραφικά κι εγώ πάλι γκρινιάζω. «Δε θέλω να υποχρεώνεσαι χωρίς λόγο!!»
Νευρωτική! Τι να πεις;

Ελπίζω κάποια στιγμή σύντομα να πάρω ανάποδες και ν’ αρχίσω ν’ ανεβαίνω γιατί πολλές εβδομάδες τώρα μ’ έχει πάρει η κατρακύλα και ζαλίστηκα.

Αντε να με δω!

buzz it!